βαθέων

βαθέων
βάθος
depth
neut gen pl (epic doric ionic aeolic)
βαθύς
deep
masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic)
βαθέω̆ν , βαθύς
deep
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • Napoleon Lapathiotis — (Ναπολέων Λαπαθιώτης; 31 October 1888 – 7 January 1944) was a Greek poet. A native of Athens, he began writing and publishing poetry when he was eleven. In 1907, along with others, he established the Igiso (Ἡγησώ, from the Attic Greek name… …   Wikipedia

  • Psalm 130 — (Vulgata: 129) wird oft nach seinem Anfang „Aus der Tiefe rufe ich, Herr, zu Dir“ in der lateinischen Form De profundis benannt. Er wird auch Der sechste Bußpsalm genannt, gehört zu den traditionellen Totengebeten der katholischen Kirche und wird …   Deutsch Wikipedia

  • глоубина — ГЛОУБИН|А (249), Ы с. 1. Глубина, пространство или расстояние сверху вниз или вглубь от края: близь же олтарѩ ѥсть камень твьрдъ. имѣ˫а ширинѹ и высотѹ великѹ а глѹбина ѥго коньцѩ не имать СбТр ХІI/ХІІІ, 43 об.; аще же ровъ или ˫амѹ копаѥть елика …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • διοδοντίδες — (diodontidae). Οικογένεια ψαριών της τάξης των τετραδοντιμόρφων. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της οικογένειας αυτής είναι το γένος διόδους (βλ. λ.). * * * οι τελεόστεοι Ιχθύες τών βαθέων υδάτων με μεγάλα αγκάθια, τα οποία ανορθώνονται σε ώρα κινδύνου …   Dictionary of Greek

  • ελικώνας — I Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, ο Ε. ήταν αδελφός του Κιθαιρώνα, αλλά τα δύο αδέλφια είχαν εντελώς αντίθετο χαρακτήρα. Ο άπληστος και πλεονέκτης Κιθαιρώνας, αφού σκότωσε τον πατέρα του, έριξε με ύπουλο τρόπο τον πράο… …   Dictionary of Greek

  • εσώψυχος — η, ο και σώψυχος, η, ο 1. (για συναισθήματα) αυτός που δεν εκφράζεται, δεν εκδηλώνεται εξωτερικά, αλλά συμβαίνει μόνο στην ψυχή («εσώψυχο μίσος») 2. ο ειλικρινής, ο βαθύς, αυτός που προέρχεται βαθιά μέσα από την ψυχή («εσώψυχη συμπόνοια»). Επίρρ …   Dictionary of Greek

  • Γουάιλντ, Όσκαρ — (Oscar Wilde, Δουβλίνο 1854 – Παρίσι 1900). Άγγλος συγγραφέας. Σπούδασε στην Οξφόρδη και επηρεάστηκε από τις απόψεις περί αισθητικής του Τζον Ράσκιν (αν και δεν δέχτηκε ποτέ τη θεωρία του για την ηθική βάση της τέχνης) και του Γουόλτερ Πέιτερ·… …   Dictionary of Greek

  • Ινδικός ωκεανός — Ο τρίτος σε έκταση (73.427.000 τ. χλμ.) ωκεανός, μετά τον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό. Αντίθετα από τους άλλους δύο, ο Ι.ω. δεν παρουσιάζει πολλούς βραχίονες. Εκτείνεται από τη νότια Ασία μέχρι την Ανταρκτική και από την ανατολική Αφρική μέχρι τη… …   Dictionary of Greek

  • Καμπίντα — (Cabinda). Θύλακος της Αγκόλα, στις δυτικές ακτές της Αφρικής, ο οποίος αποτελεί διοικητική περιφέρεια (7.239 τ. χλμ., 199.000 κάτ.). Συνορεύει Β με τη Δημοκρατία του Κονγκό, Ν και Α με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ Δ βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”